Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Πολιχνίτος: Επτασφράγιστο μυστικό

Aπo τον ΑΝΤΩΝΗ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ

«Ψάξε στην περιοχή του Πολιχνίτου», μου πρότεινε ένας φίλος και συνάδελφος όταν τον ρώτησα για ένα λιγότερο γνωστό οδοιπορικό στη Λέσβο. Του χρωστάω χάρη, γιατί τελικά ο παραδοσιακός αυτός οικισμός
και τα γύρω μέρη έκρυβαν πολλές ιστορίες…Στροφες. Και αλλεςστροφες. Και άλλες, πολλές, ώσπου να φανεί
ο Πολιχνίτος. Σουρούπωνε όταν φτάσαμε. Ενα μαλακό τοπίο χωρίς πολλές εντάσεις αγκαλιάζει την κωμόπολη, με λόφους και απλωτά καταπράσινα χωράφια. Στις επτά γωνιές αυτού του ορίζοντα -κυρίως στις παραλίες- ήταν σκόρπιες κάποτε μικρές πολίχνες που ενώθηκαν με το φόβο των πειρατών στον Πολιχνίτο (ο οποίος αναφέρεται από τον 16ο αιώνα), δίνοντάς του και το όνομα (πολιχνίτος είναι αυτός με τα πολλά ίχνη ή τις πολλές πολίχνες).
Με τα χρονια μεγαλωσε και άκμασε. «Παλιά το χωριό είχε 10.000 κατοίκους», επισημαίνει ο δήμαρχος Γιάννης Συκάς. «Ιστορικά, ο Πολιχνίτος και τα γύρω χωριά ζούσαν με την ελαιοπαραγωγή, τη γεωργία, την αλιεία και λιγότερο την κτηνοτροφία». Από τα μέσα του 19ου αιώνα, ο Πολιχνίτος ακμάζει και γίνεται πολυάνθρωπος: το 1863 αναφέρονται περισσότερο από 600 σπίτια, ενώ το 1894 έχουν γίνει 1.150! Μεγάλα ελαιουργεία λειτουργούν στο χωριό -τρία ατμοκίνητα το 1909- και τυροκομεία, ενώ καλλιεργούνται καπνά, σιτηρά, γλυκάνισο κ.λπ. Στη Σκάλα Πολιχνίτου υπάρχουν μηχανουργεία, ελαιουργεία και σαπωνοποιεία, ενώ πολύς κόσμος απασχολείται στις αλυκές. Ολος αυτός ο πλούτος αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στην όψη του χωριού. Είναι νύχτα να τη δούμε…
Με το φως της μέρας, το χωριό αποκαλύπτει ένα συγκλονιστικό πρόσωπο. Είναι γεμάτο με πανέμορφα σπίτια, ευτυχώς σε πολύ καλή κατάσταση ακόμη, με διατηρημένη μιαν ελκυστική αρχιτεκτονική. Δομικό στοιχείο της οποίας είναι αυτή η ντόπια καφεκόκκινη και ροζέ πέτρα που λέγεται ινιβρίτης και από την οποία είναι φτιαγμένα όλα αυτά τα υπέροχα αστικά σπίτια. Τα στολίζουν εντυπωσιακές προσόψεις με επιβλητικά αετώματα, μπαλκόνια με σιδερένια και πέτρινα φουρούσια, κιονόκρανα, λαξευτά επίκρανα, ποικίλα ανάγλυφα, εκπληκτικές κορνίζες (τα γνωστά εδώ σουβελίκια) θυρώματα και ανώφλια με σκαλιστές παραστάδες, και συχνά εσοχές με ίχνη από παλιά ζωγραφική. Και είναι πολλά. Πάρα πολλά. Ο Πολιχνίτος από το 1980 είναι κηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός. Περπατάμε από την παλιά αγορά στο Μακρύ Σοκάκι και κάθε βήμα πάνω στο παμπάλαιο λιθόστρωτο είναι και μια μικρή έκπληξη. Είναι μάλλον η τρυφερή νοσταλγία του ανθρώπου της πόλης για τη δομημένη ομορφιά μιας εποχής που αλλού έχει απλώς εξαφανιστεί. «Από τα 1.560 περίπου σπίτια του χωριού τα περισσότερα είναι παραδοσιακά ενώ 50 - 60 έχουν κηρυχθεί διατηρητέα», τονίζει ο Στρατής Κακάμπουρας αντιδήμαρχος Πολιχνίτου. «Η παρακμή του Πολιχνίτου ήρθε από διάφορους λόγους. Ενας βασικός είναι το ότι πολύς κόσμος έφευγε για να σπουδάσει και με τα χρόνια δεν γύριζε στο χωριό. Κάποτε ο Πολιχνίτος ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος δήμος της Λέσβου. Σήμερα, ζουν στο χωριό περίπου 3.000 άτομα». Πολλά σπίτια, βέβαια, είναι κλειστά και ανοίγουν μόνο καλοκαίρι, αλλά οι ιδιοκτήτες τους τα συντηρούν ωραιότατα. «Οι Πολιχνιάτες έχουν μεράκι και καλλιτεχνική διάθεση», μου είχε πει νωρίτερα ο δήμαρχος.
Τρεις κυρίες καθαρίζουν «αρσενικά» σύκα για το γλυκό στην κουζίνα του Συνεταιρισμού Γυναικών Πολιχνίτου, σε κάποιο από τα μαγαζιά της παλιάς αγοράς. Οι γυναίκες του Συνεταιρισμού διασώζουν με τη δουλειά τους κάποιες παραδοσιακές γεύσεις της τοπικής κουζίνας όπως τα γεμάτα (αμυγδαλωτά), την πλατσέντα, το συκοπάστελο. «Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός, έχει πολλούς τέτοιους συνεταιρισμούς στη Μυτιλήνη», μου εξηγεί η κυρία Μαίρη Συκά. «Ομως είναι μια διέξοδος. Δουλειές δεν υπάρχουν. Οι γυναίκες από τη δική μας γενιά και μετά φεύγουν και δεν ξαναγυρνάνε».
Ο δρόμος κατηφορίζει μέσα σε αχανείς ελαιώνες από τον Πολιχνίτο ώς τη Σκάλα Πολιχνίτου, το επίνειο του χωριού μέσα στον Κόλπο της Καλλονής. Ο Κόλπος… Μια γαλάζια ακύμαντη λίμνη. Στην αρχαιότητα λεγόταν Πυρραίων Εύριπος γιατί τον εξουσίαζε η αρχαία Πύρρα (βρισκόταν λίγο βορειότερα από τον Αγιο Παύλο, κοντά στην Αχλαδερή) μία από τις έξι σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της Λέσβου. Η Σκάλα Πολιχνίτου έχει λίγα πολύ ωραία σπίτια που θυμίζουν το λαμπρό παρελθόν της. Σπουδαιότερο όλων είναι το θαυμάσιο -πλην ταλαίπωρο και ερειπωμένο- σπίτι του Τούρκου Καλλιά Μπέη, το οποίο έχτισε το 1881 για να ζήσει με τη γυναίκα του τη βαρωνέσσα Αννα Καρόβ. Εδώ εγκαταστάθηκαν αρχικά πρόσφυγες και σήμερα μόνη ελπίδα να μην καταρρεύσει το τσακισμένο από τα χρόνο αρχοντικό είναι η αξιοποίηση που σχεδιάζεται από το πανεπιστήμιο Αιγαίου. Μικρά καφενεδάκια και πάμπολλες ψαρόβαρκες στολίζουν το μικρό λιμανάκι με τους φοίνικες. Νότια, ο δρόμος οδηγεί στην Νυφίδα και τις αμμουδιές της, στον αγαπημένο τόπο παραθερισμού των Πολιχνιατών: έχουν αρκετοί εδώ τα εξοχικά τους, χτισμένα όλα σε μια γραμμή πάνω στο δρόμο με την τεράστια αλέα των αρμυρικιών. Φυσάει ένας μαλακός μπάτης, το νερό στον κόλπο ρυτιδιάζει, φύκια και κοχύλια ξεραίνονται στα δίχτυα. Πάμε. Μας περιμένουν στην ταβέρνα του Γιώτη και κάτι άκουσα για ολόφρεσκες ανοιξιάτικες σουπιές στο τηγάνι. Μου μύρισαν κιόλας…
Ενα ζωγραφιστο χωριο κι οι μυθοι του

Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η περιοχή δεν είναι και τόσο άγνωστη. Το καλοκαίρι πολύς κόσμος περνάει από εδώ για να κατέβει στη διάσημη αμμουδιά των Βατερών. Και έξω από τη Βρίσα στρίβουν και φεύγουν. Και χάνουν.Περπατάμε στα δρομάκια της Βρίσας και συνεχίζουμε να εισπράττουμε την έκπληξη όπως και στον γειτονικό Πολιχνίτο: κι εδώ χαζεύουμε ένα χωριό σκέτη ζωγραφιά με πανέμορφα καλοδιατηρημένα ακόμη σπίτια, και αυτά στολισμένα με εκπληκτικές προσόψεις από σκαλιστό κόκκινο ινιβρίτη. «Η Βρίσα ήταν κάποτε ένα από τα πιο πλούσια χωριά. Είχε δύο ελαιοτριβεία, ένα εργοστάσιο πιάτων και τρία εργοστάσια κεραμοποιίας στις αρχές του 20ού αιώνα», μου λέει ο πρόεδρος του χωριού Γιώργος Μαργαρίτης. «Κάποτε, ζούσαν εδώ πάνω από 2.000 άνθρωποι». Πάντως, «τουβλάδικα» συνεχίζουν να υπάρχουν στην περιοχή της Βρίσας αξιοποιώντας το κατάλληλο για κεραμικά χώμα της περιοχής. «Είναι τα μοναδικά στο νησί», δηλώνει κατηγορηματικά ο Γιώργος, «και στέλνουν τούβλα και εκτός Λέσβου».
Υπάρχει μια διαφορά νοοτροπίας ανάμεσα στους Βρισαγώτες και τους Πολιχνιάτες. Για κάποιο λόγο οι Βρισαγώτες θεωρούνται λίγο πιο ανοιχτοί και κοσμοπολίτες από τους άλλους. «Ισως φταίει ότι οι Βρισαγώτες είχαν πολλές σχέσεις με τη Σμύρνη», μου λέει ο λυκειάρχης Πολιχνίτου Στρατής Νικέλης, Βρισαγώτης στην καταγωγή καθώς πίνουμε τον καφέ μας στο καφενείο του Μπενή στην πλατεία της Βρίσας. «Πάρα πολλές κοπέλες πήγαιναν υπηρέτριες στη Σμύρνη και μετά επέστρεφαν στο χωριό. Η γιαγιά μου ήταν υπηρέτρια στη Σμύρνη. Eφερναν μιαν άλλη νοοτροπία στη Βρίσα. Αυτό πέρασε και σ'αυτούς που σπούδαζαν: βγήκαν πάρα πολλοί δάσκαλοι από το χωριό. Υπήρχε μια αστική παράδοση πιο έντονη εδώ…».
Περνώντας από την αστική παράδοση στη λαϊκή, βλέπουμε σε ένα μικρό σπιτάκι με κληματαριά, στην άκρη της Βρίσας, τις ναΐφ ζωγραφιές της κυρά Μυρσίνης Χαχαδάκη. «Ζωγραφίζω από το 1943 τα πήλινα που φτιάχνει ο άντρας μου και εδώ και 30 χρόνια σε κάθε υλικό. Ζωγραφίζω αυτά που έζησα». Τρυφερή και αθώα είναι η τέχνη της ογδοντάχρονης γιαγιάς… Λιομάζωμα, αλώνι, επιστροφή από το χωράφι, μπουγάδα, έρωτες στο πηγάδι, ευαίσθητα όλα σαν εικόνες από παλιό αναγνωστικό.
Hταν τόσο ακμαία η Βρίσα που είχε και Παρθεναγωγείο. Το οποίο σήμερα είναι Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου φυλάσσονται υπολείμματα των πανάρχαιων ενοίκων της περιοχής. Oταν πριν από δύο εκατ. χρόνια, η Λέσβος ήταν ενωμένη με την μικρασιατική ακτή και εδώ υπήρχαν θεόρατα δάση και λίμνες. «Hταν σαβάνα εδώ. Ζούσαν μαστόδοντα, γιγάντιες χελώνες, προϊστορικά ελάφια και ρινόκεροι», μου λέει ο φύλακας του μουσείου Κώστας Κωστάκης. «Και ένα σπάνιο ψηλό άλογο, το οποίο οι επιστήμονες ονόμασαν Eκβους γίγας βατερένσις γιατί βρέθηκε κοντά στα Βατερά».

Για πολλούς τα Βατερά είναι η ομορφότερη παραλία της Λέσβου. Iσως. Είναι αναμφίβολα όμως η μεγαλύτερη: οκτώ χιλιόμετρα καθαρής σταχτιάς άμμου με γαλανά, δροσερά και βαθιά νερά. Το χωριό Βατερά πήρε την ονομασία του από τα πολλά βάτα που είχε. Σήμερα φυτρώνουν και πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια. «Δημιουργήθηκε κυρίως μετά το 1980, λόγω τουρισμού», μου λέει ο Γιώργος Μαργαρίτης. Ενας χωματόδρομος φεύγει δυτικά από τα Βατερά περνάει πάνω από τον Αλμυροπόταμο και τις μυριάδες νεροχελώνες του, περνάει από το ύψωμα του Αη Γιάννη του Ερημίτη όπου κάποτε μαζεύονται όλα τα χωριά για να παρακολουθήσουν τη στρατιωτική άσκηση «Παρμενίων» μέσα στον όρμο των Βατερών, περνάει δίπλα από ένα πέτρινο πηγάδι -την Αχιλλειοπηγάδα που οι ντόπιοι θρύλοι συνδέουν με τον Αχιλλέα και την αρπαγή της Βρισηίδας, η οποία υποτίθεται ζούσε στη Βρίσα- και ανηφορίζει μέσα στους ελαιώνες και τα πεύκα προς την άκρη του κάβου στον Αγιο Φωκά. Ενα άσπρο εκκλησάκι στέκει φύλακας του κάβου εκεί που ήταν κάποτε, πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια ένας αρχαίος ναός του Διονύσου Βρισαγενούς. «Ο ναός είχε κάποτε και ψηφιδωτό. Είχε και περισσότερα λείψανα αλλά οι άνθρωποι τα έβαζαν «κλειδιά» στα ασβεστοκάμινα. Τα έκαναν ασβέστη και τον πουλούσαν», μου λέει ο ψαράς Δημήτρης Αγγελέρος καθώς ξεψαρίζει τα δίχτυα του. «Στο λιμανάκι εδώ είναι στρωμένος ο βυθός πλάκες από τότε, για να μην μπορούν να δέσουν τα πειρατικά καράβια». Εχει ησυχία σήμερα το λιμανάκι. Δεν έχει πειρατές. Μόνο καΐκια μεγάλα, αραγμένα, που τρυγάνε τους φοβερούς γειτονικούς ψαρότοπους. Ενα «πλατς» σπάει τη γαλήνη στο ακίνητο νερό. Ο Δημήτρης πέταξε ένα ψόφιο κάβουρα από το δίχτυ. «Ολο σπαρέλια, και μπακαλιαρέλια έχει σήμερα» μου λέει...
Από τους κίονες του αρχαίου ναού βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα. Οι ακτές της δυτικής Λέσβου σκοτεινιάζουν. Μια πυκνή μυρωδιά σκίνου και θυμαριού πλημμυρίζει τον κάβο. Σκέφτομαι τη νύμφη Βρίσα που ανέθρεψε τoν Διόνυσο. Σκέφτομαι και τη Βρισηίδα. Μπααα! Δεν βγάζεις άκρη εύκολα με τους μύθους…
Με το aρωμα του γλυκaνισου…
Μμμμ ψωμί! Τα στενά μοσχοβολάνε ψωμί! Στο χωριό Λισβόρι είμαστε και το ψωμί του είναι διάσημο σε όλη τη Λέσβο. «Φταίει το χώμα. Ο,τι βγαίνει εδώ είναι νόστιμο», υπερηφανεύεται ο πρόεδρος του χωριού Θόδωρος Χατζηπαναγιώτης. «Είναι εύφορα τα χώματα και το χωριό ζει από τη γη: σιτηρά, ρεβίθια, κρεμμύδια και, βέβαια, γλυκάνισο. Παράγουμε περίπου 12 τόνους γλυκάνισο το χρόνο». Ολο το γλυκάνισο του Λισβορίου -το οποίο εδώ το λένε και «μυρωδιά»- ξεραμένο και επεξεργασμένο καταναλώνεται από τις ποτοποιίες του νησιού για την απόσταξη του ούζου. «Και ελιές έχουμε πολλές. Στη μαξουλοχρονιά θα κάνουμε 5.000 μόδια (ένα μόδι είναι οκτώ ογδοντάκιλα σακιά ελιές)». Ακολουθούμε τη μυρωδιά του ψωμιού και φτάνουμε στον παμπάλαιο ξυλόφουρνο του κυρ Θόδωρου Χατζόγλου. Πάνω στον πάγκο του απλώνονται χρυσοκάστανες ολοστρόγγυλες φρατζόλες από το θρυλικό σταρένιο ψωμί του χωριού. «Βγάζω σταρένιο πάντα. Κάποτε το απαγόρευαν γιατί έπρεπε να πουλάμε το άσπρο, το κρατικό. Θέλανε τότε να με πάνε φυλακή γιατί έβγαζα κρυφά σταρένιο», μας εξιστορεί ο επί 45 χρόνια φούρναρης του Λισβορίου, κερνώντας μας ένα γευστικότατο παξιμάδι με γλυκάνισο. Σα να βγήκε από το χώμα. Ετσι μύριζε…
Το Λισβόρι έχει κάμποσα όμορφα σπίτια, μερικά εξαιρετικά καφενεία αλλά όχι ένα αρχιτεκτονικό σύνολο όπως τα άλλα δύο χωριά. «Δεν είναι προστατευμένος οικισμός καθένας κάνει ό,τι θέλει», υποστηρίζει ο πρόεδρος. Κατεβαίνουμε προς τον εύφορο κάμπο του χωριού, που καταπράσινος και καλοποτισμένος από τα νερά του Γλυφιά κυλάει ώς την θάλασσα του κόλπου. Από την αρχαιότητα είχε ανακαλυφθεί αυτός ο εύφορος, ευλογημένος τόπος. Στον κάμπο, σε μια θέση δίπλα στα νερά του κόλπου, στο Κουρτήρ, υπήρχε ένας από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς οικισμούς της Λέσβου. Το Σκαμνιούδι είναι το λιλιπούτειο επίνειο του Λισβορίου στην άκρη του κάμπου. Λίγοι ψαράδες υπάρχουν κι εδώ. «Τα παλιά χρόνια, ώς τη δεκαετία του '60 φεύγαμε τα καλοκαίρια που είχε μελτέμια και πηγαίναμε στο Σαρωνικό, στη Σαλαμίνα, στη Βάρκιζα, να ψαρέψουμε. Φορτώναμε τη βάρκα στο καράβι και παγαίναμε. Μέναμε εκεί και πουλούσαμε τα ψάρια», μου λέει ο μπάρμπα Κυριάκος Αλεξίου, ο ψαράς. «Τότε δίναμε στη Μυτιλήνη 17 δραχμές το κιλό τα καθαρά, μουρμούρες, λυθρίνια, τσιπούρες τέτοια. Στη Σαλαμίνα, ο μανάβης τα έπαιρνε 70 δραχμές! Να σε βγάλω φωτογραφία να τη βάλω στη βάρκα του είπα, μόλις με πλήρωσε…».
Ο Κόλπος της Καλλονής, από τους πλουσιότερους τόπους του Αιγαίου, είναι ενα τεράστιο φυσικό ιχθυοτροφείο, ένας εντελώς εκπληκτικός βιότοπος με ρηχά νερά -τα βαθύτερα σημεία δεν είναι πάνω από 16 μέτρα- γεμάτος ψάρια και θαλασσινά. Κάποτε, σε μεγάλη αφθονία, σήμερα ωστόσο ο Κόλπος, λόγω της ανεξέλεγκτης υπεραλιείας, έχει κυριολεκτικά καταρημαχτεί. «Κοιτάνε ποιος θα τον καταστρέψει πιο πολύ», μου τονίζει ο Κυριάκος. «Πήγαν μερικοί και φέραν κουλούρες από την Καβάλα (κουλούρες είναι κυκλικά δίχτυα με αυστηρούς όρους χρήσης, τους οποίους κανείς δεν τηρεί) καλάρουν και βγάζουν τόνους τα ψάρια. Πέντε καΐκια... τρώνε τον Κόλπο όλο. Μας έβγαλαν στο περιθώριο. Κάποτε ένα καΐκι βρήκε ένα μεγάλο κοπάδι με κεφάλια, τσιπούρες, λαβράκια έβαλε την κουλούρα έβγαλε έξι τόνους! Δεν είχαν πού να τα πουλήσουν και τα έστειλαν στη χωματερή…». Ολοι αναφέρονται στην φτώχεια του Κόλπου. Κοιτάνε το -κάποτε χρυσοφόρο- γαλάζιο με θυμό. «Το νερό αφήκαν μοναχά στον Κόλπο…», μου λέει ο Κυριάκος. Αχτένιστα κεφάλια ολόγυρα συγκατανεύουν καπνίζοντας σιωπηλά…
«Τα χτένια απαγορεύτηκε να τα κυνηγάνε. Οι δύτες τα ψαρεύουν παράνομα. Χτες, κάποιοι έφεραν 20 κιλά χτένια. Τα πουλάνε στη ζούλα», μου εξηγεί ο κυρ Νίκος Γουσμάς στο ταβερνάκι του στον Αγιο Παύλο όπου καθίσαμε για καφέ. Είναι το λιμανάκι των Βασιλικών, το οποίο είναι ένα άλλο μικρό χωριό κι αυτό με πολλά όμορφα σπίτια. Το πιο σπάνιο αρχιτεκτόνημα το βλέπουμε στην αγορά του χωριού, στην πλατεία, και είναι η πρόσοψη με τα λαϊκά αγάλματα σε ένα καφενείο του 1888. «Είναι το παλαιό καφενείο του Χατζημανωλάκη», μου λέει ο κυρ Παναγιώτης Παλαιολόγος. Πολύ κοντά στα Βασιλικά απλώνεται το μεγάλο πευκοδάσος, στην καρδιά του οποίου υπάρχουν οι μοναδικοί στο νησί καταρράκτες της Πέσσας. Τα νερό τους χύνεται στον Κόλπο. Χάνεται. «Ζητάμε να γίνει ένα φράγμα. Είναι αδιανόητο να χάνεται το νερό», μου είχε πει νωρίτερα ο Δήμαρχος Πολιχνίτου. «Από τη μια εξαντλούμε τον υδροφόρο ορίζοντα στους κάμπους μέχρι να βγει θάλασσα στη γεώτρηση κι από την άλλη πάει χαμένο τόσο νερό».
Είναι νωρίς το απόγευμα όταν φτάνουμε στα Λουτρά του Πολιχνίτου, τα οποία (όπως αυτά στο γειτονικό Λισβόρι) είναι από τα πιο γνωστά στη Λέσβο. Μόλις φεύγει μια παρέα φαντάροι από το διπλανό στρατόπεδο. Χαλαροί. Το απογευματινό φως τρυπάει την θολωτή οροφή και παίζει με τους ατμούς πάνω από το θαμπό νερό. Βυθιζόμαστε σε μια πυκνή ονειρική χαλάρωση σαν να πλέουμε σε μαρμελάδα. Μυρίζει υγρός πηλός. Πάνω στο ροζέ θόλο βλέπουμε σαν όνειρο πεύκα, προσόψεις αρχοντόσπιτων, παλιά ελαιουργεία, καΐκια, φουγάρα, αμμουδιές, ελαιώνες, πανέρια γεμάτα αχιβάδες, καβούρια και ασημένια λαβράκια. Αύριο φεύγουμε από τον Πολιχνίτο και τη γειτονιά του. Μήπως ήταν όντως όνειρο…
memo
Ο Πολιχνίτος είναι παραδοσιακός οικισμός και έτσι διασώζεται η αρχιτεκτονική του.
ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Ο Πολιχνίτος βρίσκεται 45 χλμ. από την Μυτιλήνη (ΚΤΕΛ Λέσβου, τηλ.: 22510-28.873).Το νησί συνδέεται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά καθημερινά (NEL LINES,τηλ.: 22510-28480) και αεροπορικά
με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών με αρκετές πτήσεις καθημερινά από το Αεροδρόμιο «Οδυσσέας Ελύτης», τηλ.: 22510-38.700).
ΔΙΑΜΟΝΗ
Οι περισσότερες προτάσεις βρίσκονται στα ανεπτυγμένα Βατερά.
Σημειώστε:
Hotel Aphrodite(τηλ.: 22520-61.288, 40 / δίκλινο), Hotel Ειρήνη (τηλ.: 22520-61.407, 35 / δίκλινο), Sappho studios(τηλ.: 22520-61.272, www.sapphpo.gr, 25 / δίκλινο), Ιριδα (22520-61.119, www.irida.net/lesvos, 35 / δίκλινο), Edem studios (τηλ.: 22520-61.870, www.edem-vatera.gr, 25 / δίκλινο) και η εντυπωσιακή Villa Pouloudia (τηλ.: 22520-61.760, www.villapouloudia.gr, 40 / δίκλινο), σε μια ήσυχη άκρη με την ωραιότερη θέα στον κόλπο των Βατερών (και τη μεγαλύτερη πισίνα!). Μια ξεχωριστή πρόταση είναιο ξενώνας Sanftes Lesvos (ήπια Λέσβος γερμανιστί) στον Πολιχνίτο (τηλ.: 22520-42.678, www.olivenoel-aus-lesbos.de) 35 / δίκλινο ή
550 / εβδομάδα όλος ο ξενώνας για 8 άτομα) ο οποίος στεγάζεται σε άριστα αναστηλωμένο σπίτι του 1871, που ανήκε σ' έναν εβραίο ελαιοπαραγωγό. Πραγματικά σπάνια και ατμοσφαιρική επιλογή.
ΦΑΓΗΤΟ
Στη Νυφίδα ο Γιώτης είναι εξαιρετική ψαροταβέρνα (με ολόφρεσκα θαλασσινά και σπουδαία κρεατικά) και ο Γρηγόρης ή Τσιτσάνος επίσης.Στα Βατερά η καλύτερη επιλογή είναι ο Προκοπίου (ο «Προκόπας»
ή εστιατόριο Σαπφώ) με εξαιρετικά θαλασσινά, μαγειρευτά και δικά του γαλακτοκομικά, κι ακόμη
ο Ζούρος (για φρέσκο ψάρι). Στο λιμανάκι του Αγίου Φωκά υπάρχει το Ακρωτήρι, ψαροταβέρνα διάσημη
στο νησί για την αστακομακαρονάδα.
Στην πλατεία της Βρίσας πολύ καλό φαγητό θα βρείτε στο μεζεδοπωλείο Ευκλεία (χταπόδια, χοιρινές τηγανιές, ντόπια λουκάνικα κ.λπ.). Στον Πολιχνίτο θα φάτε αξιοπρεπώς στο Κουκουνάρι (κρέας και ψάρι), στη Σκάλα Πολιχνίτου το Λιμανάκι έχει συμπαθητικούς μεζέδες και θαλασσινά και ο Σαράντος με τα έξοχα κρεατικά και τις σούβλες(έχει δικά του χοιρινά), ενώ στονΑγιο Παύλο θα βρείτε καλά θαλασσινά στη Φρεγάτα, που έχουν αλιευθεί από τον ιδιοκτήτη της Στρατή Γιουσμά.
ΑΓΟΡΕΣ
Ψωμί κορυφαίο στο φούρνο του Θόδωρου Χατζόγλου στο Λισβόρι, τυριά εξαιρετικά από τον Παναγιώτη Χαδεμένο στο Λισβόρι και από τον Κυριάκο Κουκούλα στον Πολιχνίτο, γλυκά τοπικά. Χειροποίητα ζυμαρικά και σπάνιες γεύσεις (γλυκό τσάγαλο!) στον Συνεταιρισμό Γυναικών Πολιχνίτου (τηλ.: 22520-41.517), ελαιόλαδο παντού και ωραία χειροποίητα σαπούνια της Sanftes Lesvos (θα τα βρείτε στο πωλητήριο των Λουτρών Πολιχνίτου).

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Κωδικός: 22520
Δήμος: 41.212
Κέντρο Υγείας: 41.111
Αστυνομία: 41.222

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου