Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Σταύρος Ρόδανος

Σταύρος Ρόδανος
Κλαρίνο, κιθάρα
Αγιάσος

Απ’ το κλαρίνο στην κιθάρα με το οικογενειακό συγκρότημα των Ρόδανων «Άννες»

Γεννήθηκα στην Αγιάσο στις 8 Ιουλίου 1916. Όταν τέλειωσα το σχολείο, μπήκα σε τέχνη κι έμαθα τσαγκάρης. Ο πατέρας μου ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έπαιζε παλιά μουσική της Αγιάσου με τους Σουσαμλίδες. Η κομπανία ήταν στα τελευταία της γιατί είχαν διαφωνίες μεταξύ τους. Οι Σουσαμλίδες ήταν καλοί μουσική αλλά έπιναν, κι ή δεν πήγαιναν να παίξουν ή δεν είχαν συνεπεία στην δουλειά τους. Μια μέρα έλειψε ο Αχιλλέας Σουσαμλής που ήταν  το βιολί της ορχήστρας, ο πατέρα μου αναγκάστηκε να πάρει στην θέση του τον αδελφό μου το Χαρίλαο. Αυτός μελετούσε από μόνος του το βιολί, σαν ερασιτέχνης, γιατί του άρεσε η μουσική. Από εκείνη την μέρα βγήκε ο Χαριλής και δεν σταμάτησε πια το παίξιμο, ώσπου έγινε κανονικός επαγγελματίας. Επειδή λίγο αργότερα έφυγε απ’ το συγκρότημα και ο «Κακούργος», που έπαιζε κλαρίνο, ήρθε ο Χαρίλαος στο τσαγκαράδικο που δούλευα, και μου είπε: «Βγάλε την ποδιά και ετοιμάσου να φύγεις στην Μυτιλήνη. Θα μάθεις κλαρίνο».
101. Ο Σταύρος Ρόδανος στην Αγιάσο, 1996.
(Φωτ.: ερευνητικό πρόγραμμα «Κιβωτός του Αιγαίου»)

Ο πατέρας μου ήξερε απ’ τη στρατιωτική μουσική τον Μιλτιάδη, που ήταν γερός μουσικός κι έπαιζε καλό κλαρίνο. Στο όργανό του δεν έβλεπες καθόλου το ξύλο απ’ τα πολλά κλειδιά που είχε. Όταν τον ρώτησα γιατί ήταν τόσο πολύπλοκο μου είπε: «Παίζω μεγάλα κομμάτια και πρέπει να έχω βοηθητικά κλειδιά, αλλιώς δεν παίζονται». Ήταν ωραίος μουσικός και δίδασκε καλά.
Είχα πιάσει μια καμαρίτσα δίπλα από το σπίτι του, ερχόταν και μου ’κανε μάθημα κάθε πρωί. Μου έδειξε στο κλαρίνο πως θα φυσάω και να βάζω τα δάχτυλά μου. Είδε πως έχω μεγάλη κλίση γιατί είχα γερό αφτί, και όσα τραγούδια άκουγα απ’ τους μουσικούς μπορούσα να παίζω με το στόμα. Τα ’παιρνα και τα σφύριζα με το στόμα. Κάναμε δύσκολα μαθήματα με τη μέθοδο, χρωματικές, κλίμακες, σεκάτα, κ.ά. Μετά από τρείς μήνες είχα μάθει και έπαιζα. Είχα έναν συμμαθητή, τον Πετρέλλη από το Πλωμάρι, που είχε μεν κλίση και μελετούσε, αλλά δεν μπορούσε να πάρει το όργανο όπως εγώ. Περνούσα οικονομικά, με λίγα έξοδα, γιατί ούτε κάπνιζα, ούτε έπινα εκείνη την εποχή. Πήγαινα στις «Κολόνες» στην προκυμαία Μυτιλήνης, σε κάτι μαγαζάκια που τηγάνιζαν ψάρια χοντρά σαν τούνες και τα τρώγαμε σαν σάντουιτς στο δρόμο πάνω σε κομμάτια από ψωμί.
            Άρχισα να παίζω συρτά, ζεϊμπέκικα, και ο μάστορας μου μάθε το συρτό το Μπαρμπουνάκι, που το είχε γραμμένο απλοποιημένα μ’ αραιές νότες. Εμένα όμως ο νους μου  ήταν στα πλουμιά και μόλις έφευγε προσπαθούσα να τους βάλω στολίδια και τριόλια. Περνούσε μια μέρα ο δάσκαλος απ’ έξω και μ’ άκουσε. Ανέβηκε πάνω και μου είπε: «Τι ‘ν’ αυτά που παίζεις, εγώ δεν στα έχω έτσι γραμμένο». Του είπα: «Δάσκαλε, θέλω να το στολίσω γιατί έτσι μου φαίνεται άσχημο». Με συμβούλευσε να τα παίζω έτσι όπως είναι γραμμένα και ν’ αφήσω τα άλλα για αργότερα.
            Μια μέρα ανέβηκα στην Αγιάσο, έπαιζε ο πατέρας μου με την ορχήστρα στο «Σταυρί» αλλά δεν είχαν κλαρίνο. Ήταν κάποιος Τσουκαρέλλης, που αγαπούσε πολύ την μουσική μας και το συγκρότημα μας, και μόλις με είδε, μου είπε: «Πήγαινε να φέρεις γρήγορα το κλαρίνο». Εγώ ήμουν δεκαεφτά – δεκαοχτώ χρονών, κι είπα: «Δεν μπορώ, δεν ξέρω», αλλά ο πατέρας μου επέμενε να το φέρω. Ό,τι έπαιζαν αυτοί έπαιζα και εγώ, και μονάχα σε κάτι μπάλους, που άλλαζαν πάρτες, δυσκολευόμουν λίγο. Τα συρτά τα έπαιζα με νερό. Άμα τελειώσαμε ο πατέρας μου «Δεν θα ξαναπάς στον δάσκαλο, θα μείνεις να παίζεις». Έπιασα να μιμούμαι τον «Κακούργο». Αυτός ήταν καλός τεχνίτης και κοίταζα· να πάρω το παίξιμο το, κι ό,τι κλεψιά ξημερωθήκαμε κάτω στο Ίππειος, στο πανηγύρι του Αγίου Προκοπίου, μέσα στο καφενείο του Ομήρου και παίζαμε δυο κλαρίνα, ο «Κακούργος» κι εγώ. Αυτός είχε μεθύσει και το πρωί που πήγε να κάνει το μανέ στον καρσιλαμά, δε μπορούσε να το βγάλει, κι αρχίνισα να το παίζω εγώ. Θύμωσε πολύ μ’ εμένα και γύρεψε τα λεφτά του να φύγει. «Ρε Παναγιώτη», του έλεγε ο πατέρας μου, «έχουμε άλλη μια μέρα να βγάλουμε στο πανηγύρι», αλλά αυτός επέμενε να του δώσουμε τα λεφτά. Ο αδελφός μου ο Χαρίλαος κρατούσε το λεφτά, κι είχαμε ανέβει σε μια αποθήκη να κοιμηθούμε όπως ήμασταν ξημερωμένοι. Δεν μας άφηνε κοιμηθούμε, αλλά φώναζε: «Δώστε μου το μερτικό». Του το δώσαμε κι έφυγε και πήγε κι έπαιζε μόνος του στα Κεραμειά. Την επαύριο που ξεμέθυσε πάλι και για να μας καλοπιάσει μας έκανε από ένα λουλά με τον καπνό.
Είχαμε πάρει τότε μαζί μας και το γιο του, το Γιάννη, στο σαντούρι, γιατί ο σαντουριέρης μας ο Ψύρρας, η λεγόμενη «Μουζού», είχε φύγει φαντάρος. Ο Γιάννης ήταν πιο καλός τεχνίτης από τη «Μουζού». Η «Μουζού» ήξερε πολλά τραγούδια, κι ήταν καλός μουσικός, αλλά ο άλλος είχε ωραία χέρια κι έπιανε καλά τις συγχωρδές. Θυμούμαι κάποτε σε μια αρρεβώνα που κάναμε καντάδα έξω απ’ το σπίτι, κι έπαιζε τόσο γλυκά με το σαντούρι του, που δεν την ξεχνώ αυτή την ομορφιά.
102. Το συγκρότημα των Ρόδανων στην Αγιάσο, 1994. Χαρίλαος Ρόδανος - βιολί, Κώστας
Ζαφειρίου - σαντούρι,  Σταύρος Ρόδανος - κιθάρα. (Φωτ.: Γ. Νικολακάκης).

Έπαιξα κλαρίνο πολλά χρόνια, από το 1934 έως το 1955, κι ήμουν και τραγουδιστής. Ύστερα έπαθαν τα πνευμόνια μου, με κούραζε, κι αναγκάστηκα να το παρατήσω και να πιάσω κιθάρα. Και πιο πριν παίζαμε έγχορδα, γιατί ήμασταν υποχρεωμένοι  να ’χουμε δυο ειδών όργανα. Φώναζαν έγχορδα, παίρναμε τα έγχορδα, κι όταν φώναζαν τα φυσερά, πηγαίναμε με τα φυσερά. Είχαμε δημιουργήσει δημιουργήσει έγχορδη μουσική για μικροδουλειές, κι είχαμε δυο ειδών όργανα, ανάλογα με την παρέα.
            Ο μπαρμπα-Μιλτιάδης, ο δάσκαλος μου στο κλαρίνο, μου έλεγε: «Έχεις κλίση εσύ, γιατί έχεις πάρει το φύσημα απ΄ τον πατέρα σου». Ήταν μαζί στην στρατιωτική μουσική και τον εκτιμούσε πολύ γιατί είχε ωραίο και λεπτό παίξιμο. Ο ίδιος ήταν μουσικός φοβερός, είχε παίξει με μεγάλες ορχήστρες και διάβαζε μουσική όπως διάβαζε την εφημερίδα. Όταν έκανε στο κλαρίνο χρωματική κλίματα, νόμιζες ότι μέσα κατρακυλά νερό, τόσο καλός ήταν.
Εγώ όμως, το κλαρίνο το χειροτέρεψα. Έκοβα την γλώσσα επάνω, το καλάμι, με το ψαλίδι και το έκανα σέρτικο. Δεν το άφηνα λεπτό να παίζω συμμορφωμένα, γιατί ήθελα να συναγωνίζομαι τον «Κακούργο». Αυτός όταν έπαιζε ακουγόταν από μακριά, κι ήθελα κι εγώ ν’ ακουστώ, παρόλο που με κούραζε. Όταν σταματούσε ένα όργανο έλεγαν αυτοί που χόρευαν: «Δεν παίζει;». Τότε δεν υπήρχαν μικρόφωνα, κι έπρεπε να φυσάς τριάντα-σαράντα φορές συνέχεια. Ήταν πολύ παλιοδουλειά και μας κούραζε πολύ. Παίζαμε όμως τόσο συμμορφωμένα και αρμονικά, που δεν υπήρχε μουσική σαν την δική μας πάνω στην Λέσβο. Ακόμη και επί Μεταξά, επί 4ης Αυγούστου, προτιμούσαν την δική μας μουσική και μα έβαλαν να εκπροσωπήσουμε τη Λέσβο στις γιορτές που κάναν στην Αθήνα.
            Προπολεμικά, τα κλαρίνα που θυμάμαι πάνω στην Λέσβο ήταν ο Πετρέλλης απ’ το Πλωμάρι, που ήταν συμμαθητής μου στον ίδιο δάσκαλο. Ήταν ο Καμπάς απ΄ τη Γέρα, ο Μπουρλής, κι ο Καμπάνης. Ο Μπουρλής ήταν ωραίος μουσικός, σιγανός, έπαιζε στρωτά και τ’  άρεζε μι-μπεμόλ. Έτυχα σε μια περίπτωση στην Αλβανία, στο στρατό που ήμασταν σε ένα χωριό με την στρατιωτική μουσική ένα τσάμικο, και ο μαέστρος έδειξε με το ραβδί το Μπουρλή, για να παίξει την πάρτα με το κλαρίνο. Πρόλαβε όμως ο πονηρός ο Πετρέλλης, και το ξεκίνησε και το ’παίξε. Μόλις τέλειωσε ο δάσκαλος τον Μπουρλή και θυμάμαι όταν τον άκουσα που του είπα: «Αυτός είναι φοβερός». Ήταν όμως δειλός, φοβόταν μην αρρωστήσει και τα παράτησε κι έπιασε το σαντούρι.
            Τα όργανα τα φυσερά θέλουν δόντια αλλιώς δεν μπορείς να παίξεις. Ο πατέρας μου ήταν η καλύτερη κουρνέτα της Λέσβου, όταν έχασε τα δόντια του και έβαλε μάσκα, είχε μια σκόνη και την έβαζε στην μασέλα για να κολλάει και να μην κουνιέται. Έχασε όμως το παίξιμο του, για το φυσερό όργανο θέλει να είσαι νέος. Μέχρι πριν ένα-δύο χρόνια έπαιζα καμιά φορά κλαρίνο μόνο σε κηδείες και στον Επιτάφιο. Βγάλαμε μερικούς μαθητές, κι εγώ, κι ο πατέρας μου, κι ο Χαρίλαος. Εγώ είχα στο Αμπελικό αλλά κι αυτοί τα παράτησαν, γιατί τα φυσερά είναι δύσκολα και κουραστικά όργανα και δεν τα θέλουν σήμερα οι νέοι.
            Εμείς γεννηθήκαμε μέσα στην μουσική. Από μικροί μέσα στο σπίτι ακούγαμε που έπαιζε ο πατέρα μας και παρακολουθούσαμε τα μαθήματα που έκανε. Εγώ τραγουδούσα από μικρός και συμμετείχα στην χορωδία του  «Αναγνωστήριου», σ’ ένα σωρό εκδηλώσεις, Η χορωδία μας άφησε εποχή, μέχρι και σε κηδείες πηγαίναμε και κάναμε ολόκληρη λειτουργία.
Εκτός από τα λόγια των παπάδων όλα τα άλλα τα λέγαμε εμείς. Οι κηδείες τότε ήταν ωραίες, κι είχαν και μουσική και ψαλμωδίες. Στο «Αναγνωστήριο», εγώ κι ο αδελφός μου ο Χαρίλαος, έχουμε προσφέρει πάρα πολλά. Εμείς το στηρίξαμε σε όλες τις εκδηλώσεις, σε θεατρικά, σε χορωδίες, κάναμε ηχογραφήσεις, κι όλα τα τραγούδια που ’χουν στο αρχείο τους, τους τα ’χει γραμμένα ο Χαρίλαος.
            Εγώ είχα έφεση στο τέμπο, ήμουν γεννημένος μέσα σ’ αυτό και δεν έφευγα τρίχα. Αν μ’ αφήνουν να παίξω και κρατώ το τέμπο, δεν μου παίρνεις βήμα. Το αφτί μου με βοηθάει πάρα πολύ και να μην πιάνω τον τόνο την μια στροφή, θα τον πιάσω στην άλλη στροφή. Παίζαμε παλιά στην Μυτιλήνη, στο «Βράχο», ωραία μουσική, κι είχαμε και έναν από το Λισβόρι, που έπαιζε μπουζούκι, κι ένας άλλος κιθάρα, κι εγώ έπαιζα τότε τζάζ, τα ντράμς. Έπαιζε αρμόνιο ένα Τσουκαλάς απ’ τη Καλλονή και θυμάμαι ο δέσιμο που είχαμε και το ωραίο παίξιμο που κάναμε, τόσο στρωτό που δεν άκουγες καμιά παραφωνία. Μετά άλλαξα τζάζ κι έπιασα κιθάρα κι έπαιζα με τον δικό μου τρόπο. Όταν ήρθε Σύμως Καρράς με την κ. Βούρο και έγραψε, με άκουσε πως έπιανα τ’ ακόρντα κι έλεγε: «Ωραίο πράγματα είναι αυτά που κάνεις Σταύρο». Τα τέμπα αυτά δεν μπορεί να τα τεμπάρει κανείς. Τα παλιά τραγούδια είναι δύσκολο να τ’ ακομπανιάρεις σωστά και λίγοι το κατέχουν αυτό. Ο Καρράς είναι πολύ απαιτητικός, γιατί γνώριζε μουσική και τα περισσότερα τραγούδια που γράψαμε τα κάναμε πολλές πρόβες μέχρι να βγει σωστό.
Εμένα δε μ’ άρεσε τόσο η σοβαρή μουσική, αλλά προτιμούσα την ελαφρά, την ευρωπαϊκή και τα ταγκό που παίζαμε με πολύ χρώμα. Κάναμε πολλές καντάδες στο δρόμο, κι εγώ έπαιζα και με το κλαρίνο και με την κιθάρα. Όλη η ορχήστρα μας ήταν δεμένη τότε και παίζαμε πολύ στρωτά τα φυσερά όργανα. Έχω μια ανάμνηση, κάποτε παίζαμε το Στραβογιώργη και κατεβαίναμε από το «Σταυρί» στην «Αγορά». Είχαμε τρόμπα και κλαρίνο και κάναμε «πρίμο σεκόντο». Αυτή η μουσική δεν θα βρεθεί πια, κι ήταν τέτοια ομορφιά να υπήρχαν τα μέσα που έχουμε τώρα και να την είχαμε γραμμένη σε δίσκο. Δεν θα ξανακουστεί και δεν θα παιχτεί πουθενά αυτή η μουσική πουθενά. Ακούω τρομπέτες που παίζουν στην τηλεόραση, από τεχνίτες καλούς, μαύρους, άσπρους, αλλά την γλύκα του πατέρα μου και το φύσημα της τρομπέτας δεν υπάρχει. Ήταν μανιακός, είχε περιστόμια, κι ένα ψαλίδι και καθότανε όλη μέρα για να του κάνει μια λακκούβα και να πιάνει καλά στα χείλια. Είχε αρρώστια και μανία με το όργανο αυτό, κι όταν το παράτησε έχασε τα πάντα. Έπαιζε πολλά όργανα, κιθάρα, σαντούρι, μπάσο, ευφώνιο, τροπόνι, αλλά το όργανό του ήταν το τρομπέτα. Έπαιξα στην Αμερίκη οκτώ χρόνια σε «καφέ-σαντάν» κορνέτα και σαντούρι. Στη δική μας ορχήστρα έβαλε τον αδελφό μου τον Βασίλη να μάθει σαντούρι, κι αυτός ήταν φοβερό ταλέντο. Εμείς οι ίδιοι που τον ακούγαμε κι ήμασταν μέσα στην δουλειά, απομείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα όταν έπιανε το σαντούρι στα χέρια του. Έπιανε συγχωρδές, κι έκανε πράγματα που δεν μπορούσες να καταλάβεις, κι όταν έπαιζε μοναχός του σ’ ένα καφενείο, νόμιζες πως άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Χτυπούσε τις φωνές με τέτοιο τρόπο που νόμιζες πως άκουγες λατέρνα. Διάβαζε θεωρία μουσικής κι έγινε τεχνίτης χωρίς να του δείξει κανείς. Ο πατέρας μας του ΄δειξε στην αρχή μερικά πράγματα και μετά, για πότε έγινε άσσος δεν το κατάλαβε κανείς, γιατί ο Βασίλης ό,τι όργανο έπιανε, συνέβαινε ένα αλλόκοτο πράγμα και τα κατάφερνε. Είχε μακριά και λεπτά δάκτυλα κι έκανα ταχυδακτυλουργίες. Ο πατέρας μας έφερε μια φορά το Χατζέλλη από το Ακράσι, για να τον ακούσει, κι ο Βασίλης έπαιξε το Κύματα του Δουνάβεως «πρίμο-ακομπανιαμέντο». Με το ένα χέρι έπαιζε και με το άλλο ακομπάνιαρε, κι είχε σκοπό να πάρει μεγάλο σαντούρι, κύμβαλο, αλλά έπαθε μεγάλο σοκ στο πόλεμο του ’40 και πειράχτηκε το μυαλό του, κι είναι στο ίδρυμα.
            Εγώ είχα ωραία φωνή και μια εποχή ήμουν τραγουδιστής του συγκροτήματος. Όταν ήμουν οκτώ-εννιά χρονών, κάνανε πρόβα στο σπίτι  πατέρας μου με τους μουσικούς, και μου είπε: «Έλα εδώ, ρίξε ένα αμανέ». Και όταν τραγούδησα, ενθουσιάστηκαν και πιάσαν και μου δίναν δυο δραχμές
ο καθένας. Με είχαν αρχηγό στην χορωδία και τραγουδούσα ευρωπαϊκά, αλλά και ρεμπέτικα, μόνο που τα ‘φερνα προς το ελαφρό. Δεν τραγουδούσα τα βαριά, τα σμυρναίικα, τα ανατολίτικα. Χόρευα ωραία, κι είχα ένα γιο που χόρευε ωραία αλλά πέθανε. Ο χορός είναι τέμπο, κι όποιος το κατέχει μες το μυαλό του, μπορεί να χορέψει. Άμα χορεύεις πάνω στο τέμπο, δεν πας παράφωνα.
            Κλαρίνο στην Αγιάσο παίζανε ο Μιχάλη ο «Λαγός» κι ο Ευριπίδης το «Καζίνο», αλλά δεν είχανε μεγάλη ποιότητα τεχνικής, γιατί ήταν αυτοδίδαχτοι. Εγώ μελετούσα πολύ και είχα μέθοδο που διάβαζα. Είχε και ζουρνάδες, που έπαιζε ο πατέρας του «Λαγός», κι ένας άλλος, το «Αριστέλι», που ‘ταν κακομούτσουνος, κι έπαιζε στο ζουρναδέλι τα Ξύλα. Τα ‘παίζε με το δικό του τρόπο, κι υπήρχε ένα Μπούρας, που παίζαν παρέα, πριν αρχίσουν οι μουσικέ, οπότε ήταν πανηγύρι. Τα Ξύλα είναι πολλές πάρτες, κι όταν τα παίζεις με λεπτομέρεια είναι δύσκολο. Σήμερα τα χάλασαν, γιατί διατάζουν μερικοί και τ’ άρπαξαν ο Μπούρας, ο «Μπινταγιάλας», ή το Κωστέλι και τα κάναν σαλάτα. Δεν τα παίζουν όπως τα παίζαμε εμείς με λεπτομέρεια και με όλες τις πάρτες. Ο «Μπινταγιάλας»μ’ άρεσε στο σαντούρι του και παίξαμε μαζί ένα χρόνο στο «Βράχο», στη Μυτιλήνη. Στο βιολί είναι πιο μονόπλευρος, αλλά είναι καλός στα ταξίμια όταν κάνει σόλο. Στα ελαφρά δεν είναι τόσο καλός και τα συρτά τα παίζει άνοστα., δίχως ουσία. Σήμερα δεν σε αφήνουν να κάνεις σόλο, γιατί ζηλεύουν και δεν θέλουν να ακουστείς, παρόλο που όταν έπαιζα κλαρίνο δεν μπορούσαν να με σκεπάσουν, γιατί το όργανο φώναζε και τρίζανε τα τζάμια. Οι παλιοί μουσικοί, όπως οι Μουρουγιάννηδες στην Μυτιλήνη, παίζαν με χρώμα, κι όποιο όργανο ήταν να κάνει σόλο, ακουγόταν καθαρά. Τώρα με τα μηχανήματα και τις κονσόλα, την ώρα που κάνεις σόλο σου κατεβάζει ο άλλος το μηχάνημα και σ’ αφήνει σύξυλο.
            Έχω παίξει σε δυο ταινίες, στη Σαπφώ  και στα Λιομαζώματα. Έπαιζε ο ηθοποιός ο Σταρένιος, κι είχε φέρει απ’ τη Μυτιλήνη κορίτσια,, και τον Πασπάτη που χόρεψε τη Γκάιντα. Παίζαμε, ο Χαρίλαος ο Ρόδανος βιολί, ο Ψύρρας σαντούρι, εγώ κλαρίνο, κι ο Παπάνης βιολοντσέλο.
            Όταν φύγανε οι Γερμανοί, η πρώτη δουλειά που πήραμε και παίξαμε ήταν στου Γράμμη το καφενείο. Μας είχε φωνάξει ο Γιάννης, η «Μπίλια», ο χασάπης, και μετά από τόσο μεγάλο διάστημα που δεν είχαμε παιξει μπήκαμε απότομα. Ο κόσμος είχε έναν ενθουσιασμό, άλλο πράγμα. Οι Γερμανοί φύγανε το ’44, αλλά μετά ήρθε ένα τρομακτικό καθεστώς, γιατί άρχισε ο Εμφύλιος και κινδυνεύαμε. Ερχόταν οι «βασιλικοί» και μας έλεγαν «Παίξτε τον Αετό», και μετά ερχόταν οι άλλοι και παράγγελναν τον Αντάρτικο. Μεταξύ ΄45 και ’50 υποφέραμε γιατί οι καιροί ήταν ανώμαλοι. Μετά το ΄50 αποκαταστάθηκε η τάξη και σχηματίσαμε την ορχήστρα μας και παίζαμε σε ένα καφενείο τρείς φορές την εβδομάδα. Το ‘ χε ένας χωροφύλακας που τον υποστήριζε η αστυνομία και ξημερωνόμασταν.
            Αρχίσανε οι μουσικές να αλλάζουν και να μπαίνουν σιγά-σιγά τα μπουζούκια που φέρανε την αναστάτωση. Το ’52-’53 ήρθαν οι πρώτες τραγουδίστριες, κι ήταν μια περίοδος που δεν μπορούσες να πας σε δουλειά αν δεν είχες μαζί σου τραγουδίστρια. Αυτές ερχόταν από την Αθήνα με τα τραγούδια γραμμένα πάνω στον τόνο τους και κάναμε πρόβα πριν βγούμε να παίξουμε. Ερχόντουσαν και συγκροτήματα με χορευτικά, μπαλέτα και τραγουδίστριες και παίζαμε μουσική μαζί τους. Μια φορά ήρθε μια καλή τραγουδίστρια η «Αβά», από την Αθήνα, κι είδε τον Χαρίλαο που κατέβαινε με το βιολί κάτω απ’ τη μασχάλη και α παπούτσι λυτά, παρέα με την «Μουζού» που κουβαλούσε το σαντούρι του, και είπε: «Ωχ, που έπεσα». Άμα όμως παίξαμε άλλαξε γνώμη, κι έλεγε: «Μπράβο, δεν μπορούσαν α το φανταστώ ότι παίζετε τόσο καλά». Είχαμε και μια άλλη που δούλεψε μαζί μας, την Κούλα Τζίτζη, καλή τραγουδίστρια με μεγάλο ρεπερτόριο.
            Παίρναμε δυο ειδών τραγουδίστριες, μια ρεμπέτισσα και μια ελαφρά για να μπορούμε να βγάλουμε όλο το πρόγραμμα. Δουλέψαμε μέχρι το ’60 και μετά διέλυσε το συγκρότημα, γιατί έφυγε ο αδελφός μου κι έπαιζε στη Μυτιλήνη. Αργότερα κατέβηκα κι εγώ κι έπαιξα σε κέντρο. Είναι χρόνια που δεν πάω πια σε δουλειά και μόνο καμιά φορά παίζω για καμιά ηχογράφηση, ή σε καμιά εκδήλωση του «Αναγνωστηρίου».


Συνέντευξη και κείμενο: Γιώργος Νικολακάκης, Αγιάσος 21.1.1996
Πηγή: «Μουσικά Σταυροδρόμια στο Αιγαίο, Λέσβος (19ος – 20ος αιώνας)», σελ. 260 - 265

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου