Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ) Η ΒΑΡΚΟΥΛΑ


ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
(ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ)
Η ΒΑΡΚΟΥΛΑ
Τι έχεις και βλέπεις συλλογισμένος αυτό το καΐκι; Ρωτάει ένα βράδυ η Μαριγή το Φώτη τον άντρα της, εκεί που καθότανε κοντά στο παράθυρο, κατά το γιαλό.
--Να, βλέπω τη θάλασσα και θαυμάζω την ομορφιά της. Τι βλέπω!
--Δεν έβλεπες τη θάλασσα. Το καΐκι έβλεπες. Τι είναι αυτό το καΐκι;
--Καλά, το’ βλεπα και το καΐκι με τα άσπρα πανιά του.
--Και τι συλλογιούσουν;
--Τι καλά να μας φέρνει!
--Χριστέ και Παναγιά μου! Να μη θέλει μαθές αυτός ο χριστιανός να μου πει ένα στοχασμό του!
Κι έφυγε η Μαριγή  θυμωμένη.
Έμεινε μοναχός του ο Φώτης. Έριξε μια ματιά κατά την πόρτα χαμογελώντας, κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να μιλάει μοναχός του :
-- Έβλεπα, έβλεπα, και που να σου το λέω Μαριγή μου, τι έβλεπα! Τη μοίρα σου και τη μοίρα μου έβλεπα. Την αγάπη μου και την ελπίδα μου έβλεπα. Να τι έβλεπα.
Και γύρισε πάλι κατά τη θάλασσα και κοίταζε το καΐκι ο Φώτης.
--Να το, κι αράζει πάλι. Κάτω τα πανιά, μάϊνα το σίδερο. Όξω οι ναύτες κι ίσια στο καπηλειό. Όξω τα βαρέλια κι οι βρώμες.  Να τες οι γλυκές ελπίδες. Κατέβα και πήγαινε να τις δεις και να τις καμαρώσεις. Σαρδέλες και σιντίνα. Και στάθηκε πάλι συλλογισμένος.
--Είναι τώρα τρία χρόνια που έβλεπα μία βαρκούλα μακριά, μακριά, στου πελάγου την άκρη. Ένα άσπρο σημαδάκι και τίποτις άλλο. Μα τι ομορφιά που την είχε στα γαλάζια νερά! Το κοίταζα και δεν το χόρταινα. Σιγά - σιγά από σημαδάκι έγινε σωστό πανί, ένα πανί και καλό, το είχε εκείνη η αξέχαστη βαρκούλα. Μα τι πεταλούδα ήταν εκείνη! Τι μαγευτικό πράμα! Χρόνος πέρασε, κι ακόμα έπαιζε η βαρκούλα στα γαλάζια νερά! Άλλος ένας χρόνος κι έβλεπες και το χαριτωμένο σκαφάκι της, που ΄τα σκιζε τα κύματα κι όλο ήρχουνταν, ήρχουνταν. Ακόμα λιγάκι, κι έβλεπες και το ναύτη μες  στη βαρκούλα. Τι μαγευτικό πράμα. Τι Θεός ήταν εκείνος που αρμένιζε εκεί μέσα! Έλεγες κι έπαιζε με τη θάλασσα το σκαφάκι καθώς επλησίαζε στην ακρογιαλιά. Έτσι σου ερχόταν να τρέξεις και να τ’ αγκαλιάσεις. Τ΄ άκουγες τώρα τα γλυκό μουρμουρητό του αφρού που σήκωνε η πεταχτή πλώρη του, τ΄ άκουγες και το πανάκι που πετούσε στ΄ αγέρι καθώς κατέβαινε. Κατέβηκε το πανί. Σηκώνεται ο ναύτης, το δένει, παίρνει το κοντάρι, και φέρνει τη βάρκα κατά την ακρογιαλιά. Τρέχω να πηδήξω μέσα και να τη χαρώ τη βαρκούλα. Τι πράγμα ήταν εκείνο! Τι ανυπόφερτη σιντίνα και ψαρίλα, τι παλιόξυλα και κατραμωμένα σχοινιά ριχμένα εδώ κι εκεί; Κι ο ναύτης! Τι χαμένο κορμί, που μήτε με καλημέρισε!
 Αχ! Ήταν η αγάπη μου κι η ελπίδα μου! Κατάλευκη βαρκούλα στα μακριά, και στ΄ άραγμά της --- ψαρόβαρκα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου