Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ Κ'ΤΙ (σ' Αγιασώτικο ιδίωμα) ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ

ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ Κ'ΤΙ (σ' Αγιασώτικο ιδίωμα) ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ

ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ Κ'ΤΙ (σ' Αγιασώτικο ιδίωμα)  ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ

(Στρατή Αναστασέλλη) (από τα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ - ΚΕΡΑΤΟΖΩΗ)
 
Απάντιχίν τουν χρόνια νάρτ' πι τα ξένα, π' έφτου 'πι του Μπόστου, να τούνιδεί, να καλύψ' τα μάτιαντζ σαν ούλις τς μάνις, ανιπαμέν'. Τσ' έλαχι πέλιμους ---ανάθιμάτζ' πού τούνι κάνιν--- τσι δέσαν τς θάλασσις, τς έδισι κόμπους στουν αστήθουντζ, μην πιθάν' τσ' εν τουνι παπαρίξ', που δεν τούν ηχάρτσι, δεν τουν ηχόρτασι. Δικάξ' χρουνώ, μπαρκάρσι τσι σαν που λουγάριαζι, θαν έφταξι τα πινήντα τώρα. Τσι γή (η) Μυσνή πουρπάτγι μέσ' τα ιβδουμήντα-ιφτά τσι βάστα τη ψ'χή τς μιάν κλουστή, ζατί (γιατί) γιού Χάρους γένιτι ίστσους στα γιρουντάματα.
Πέρασι πέλιμους τσ' ούλις οι σκουρδούλις, ήρταν κβάρα Αμιρικάν' τσ' ακόμα να φανεί γ' Αντών'ς. Σκώτια νάχ'ς να τν ακούς πλιά. Ούλ' μέσ' του σπίτ' τνη ξιγιλούσαν μι του σήμιρα τσι του ταχιά ως πούρτι του γράμμα τσι τάλιγι τα χαμπάρια τα καλά. Μι τουν "Αποδήμουν" θα ήρχουνταν τσι φτος ντ τάδι τι μνού, μι τ' αγιρόπλανου. Έγραφτι να παν στς Αθήνις να τούνι πιριλάβιν.

Βάλαν τ' Μυσνή μέσ' του παπόρ' τσι πήγαν στς Αθήνις να απαντέχιν του σιδηρένιου του πλί, π'θαν είχι στα φτιράντ απάνου, σαν ουρανός, του ξινουπούλ' του κουρασμένου. 
Του τίντα είδαν τα μάτζγιαντζ μέσ' τς Αθήνις ήνταν άλλου πράμα! Που να σας τα λέγου!
Πήγαν δα ταχτέρ ταχτέρ στ' αγιρουδρόμιου τ' Χάσαν' τσ' απαντέχαν. 
Όσ' ώρα βόγ'ζι τ' αγιρόπλανου τσ' απ' 'οπ ναν ήρχουντου, γλιθύμα γή Μυσνή τσι ξιπλαντάρουνι σαν προυβατίνα καταγής.
Σα μλιαζμέν' όρθα, 'πι του βρέξι να τνη βρέχιν, τνη πήρι στν αγκαλιάντ Αντών'ς, σάνι ξικαλίτσιψι 'π 'τ' Αμιρικάν'κου τ' αγιρόπλανου, τσι παπαρζόνταν πουλιώρα.Γλιθυμιά τσι κλιάμα, γέλιου τσι παράπουνα ανάκατα. Πήραν δα τς βαλίτσις τσι Τώνης ένα μαύρου βαλιτσέλ' στου χέρ' τσι αψλώσαν στς Αθήνις μι τ' αυτουκίνητου.
Θάμαζι πλιά η Μυσνή, τσι καμάρουνι τουν Τών' πού'νταν πιριχ'μένους μέσ' στα μαλάματα. Τι δόντια ξα, τι δαχτυλίδια, τι αλ'σίδις σταυρουτές πάσ' τη τζ'λιάντ. Τσ' είχι μιάν τζ'λάρα! Θάργις κατάβαρ' σκρόφα ήνταν. 
Του μαύρου κ'τί Τώνης δεν τ' απουχουρίζντου. Τσι για να μη του π'στέβγιτι σι κανίνους τα χέρια, θα πει που μέσ' έφτου στου κασέλ' είχι τουν παρά, τς λίρις, διαλουγίστσι γη Μυσνή. Όπ' παγαίναν, τσ' όπ' στικόνταν Τώνης στου χέρ' του βαλιτσέλ'. Τσι γη Μυσνή δεν ηξικόλλα του μάτιντζ' που πάνουντς. 'Εφτου μέσα ήβλιπι μια ζουγή αλάτσιρ, τ' δούλιψ' τ' πιδιούντζ, τσι σκαλουμάθριβγι μέσ' του μυαλόντζ που τι είχι να γέν' άμα θα τ' ανοίξ. 
Γ' ουχτροίντζ θα σκάσιν τσι θα πέσιν ανάστσιλ', σαν τς Ουβριγιοί, πούδαν του Ξτό ν' αναστήνιτι. Νύπνους δεν τνη κόλλα. Τσ' άμα-ν-ητύχινι να του ξιχάσ' κουμάτ' Τώνης του κ'τί, όπ' καθούνταν, γη Μυσνή πάτγι φουνή :
"Του κ'τί γιέ μ', του κ'τί".
Σαν ηφτάξαν στου χουριό τσι κατασταλάξαν, ήν'ξι του μπαγούλου Τώνης, πήρι δυό κότσνα κτέλια, τσι τα τρύπουσι μέσ΄του μαύρου του κ'τί. Γη Μυσνή λόγιαζι σαν κάτα. Νά'νι μαλάματα τσι φτά; Τις ξέρ';
Τσι τότι'σου γυρίζ' ένα γκμπί Τώνης τσι πιάσι να τραγ'δεί του κ'τί!
Γη Μυσνή χάσιντα. Τώνης καμάρουνι τσι λόγιαζίντνα, τσι σμουγέλα, γιμάτους πιρηφάνια. Θάργι πους έδιου ακόμα έχ' ι κόσμους μισάν'χτα πι τα ράδια, τσ ας τα τζμπούν γ' όρθις πλιά - μον τι να πεις;
---Ουέλ, μάδερ, γιατί συλλογιέσαι;
---Ε;
---Λέω δηλαδής πως συλλογιέσαι;
---Να γιέ μ', τσι σμουγέλασι, βλέπου τουν παρά που τραγ'δεί! Λέγου δα όπ' να τουν βάλ'ς θα του μαρτυρήσ'.
---Έτς όλ, μάδερ! Είπι Τώνης τσι γύρ΄σι του γκμπί. Αυτό που λες μάδερ είναι ρέντιου, πως του λέτι σεις εδώ, κι βέβαια ...ουέλς στην Αμέρικα κάθα ένας έχει πέντε έξι...Κατάλαβες;
---Φτάν' γιέ μ', φτάν'. Κατάλαβα. Χαρά στου πράμα πού'φιρις σκουτά, τσάκ 'πι τ' διάσκαντζ, τουν κώλου! Τσι τνη πήραν τα κλιάματα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου